To 42,6% των εργαζομένων εργάζεται σε θέση που δεν αντιστοιχεί με τις σπουδές του
Τι έδειξε η έρευνα
του ΙΝΕ ΓΣΕΕ
για τα προσόντα και τις δεξιότητες
των εργαζομένων

Το 42,6% των εργαζομένων εργάζεται σε θέση που δεν αντιστοιχεί με τις σπουδές του ή με τα προσόντα του! Το στοιχείο εμπεριέχεται στην έρευνα που πραγματοποίησαν οι εταιρείες δημοσκοπήσεων «Alco», «Metron Analysis» και «Prorata» για λογαριασμό του ΙΝΕ ΓΣΕΕ από τις 3 Νοεμβρίου έως και τις 9 Δεκεμβρίου του 2025 με τηλεφωνικές συνεντεύξεις σε δείγμα 6.000 εργαζομένων του ιδιωτικού τομέα σε ολόκληρη την Ελλάδα.Φωτογραφία από Sergey2025 από το Pixabay
Το 42,6% των εργαζομένων εργάζεται σε θέση που δεν αντιστοιχεί με τις σπουδές του ή με τα προσόντα του! Το στοιχείο εμπεριέχεται στην έρευνα που πραγματοποίησαν οι εταιρείες δημοσκοπήσεων «Alco», «Metron Analysis» και «Prorata» για λογαριασμό του ΙΝΕ ΓΣΕΕ από τις 3 Νοεμβρίου έως και τις 9 Δεκεμβρίου του 2025 με τηλεφωνικές συνεντεύξεις σε δείγμα 6.000 εργαζομένων του ιδιωτικού τομέα σε ολόκληρη την Ελλάδα.
Ο στόχος της έρευνας
Το πρώτο μέρος των βασικών συμπερασμάτων της συγκεκριμένης έρευνας ανακοινώθηκε την Τετάρτη 20 Μάϊου 2026 από το ΙΝΕ ΓΣΕΕ και η οποία «στόχευε» στη διερεύνηση του επιπέδου, του πλεονάσματος, του ελλείματος και των αναντιστοιχιών δεξιοτήτων των εργαζομένων του ιδιωτικού τομέα.
Δύο σημαντικές διαστάσεις
Μέσα από τις απαντήσεις των συμμετεχόντων «αποτυπώθηκαν» δύο ακόμη σημαντικές διαστάσεις.
Η πρώτη είναι ότι η συζήτηση για τις δεξιότητες δε μπορεί να αποσυνδεθεί από την ποιότητα της εργασίας, καθώς η ύπαρξη των γνώσεων και των προσόντων δε συνεπάγεται αυτόματα την ουσιαστική αξιοποίησή τους μέσα στην παραγωγική διαδικασία.
Η δεύτερη έγκειται στο γεγονός ότι η συνεχιζόμενη κατάρτιση δεν έχει ακόμη ενσωματωθεί ως «σταθερό» στοιχείο της εργασιακής ζωής, παρά τη διαρκή αναφορά στην ανάγκη αναβάθμισης των δεξιοτήτων.
Τα στοιχεία της έρευνας του ΙΝΕ ΓΣΕΕ κατέδειξαν ότι το ζήτημα δεν αφορά μόνο στην εκπαίδευση ή στην κατάρτιση, αλλά συνολικά στον τρόπο με τον οποίο οργανώνεται η εργασία και στο πως οι επιχειρήσεις επενδύουν στο ανθρώπινο δυναμικό και στο πως η οικονομία αξιοποιεί τις δυνατότητες των εργαζομένων. Να, τι προέκυψε από τις απαντήσεις των συμμετεχόντων:
1.
Τέσσερις στους δέκα εργαζομένους, ήτοι ποσοστό 42,6%, δήλωσαν ότι το αντικείμενο των σπουδών ή των προσόντων τους σχετίζεται λίγο ή καθόλου με την τρέχουσα εργασία τους. Την ίδια στιγμή, λίγο περισσότεροι από τέσσερις στους δέκα, ποσοστό της τάξης του 44,2%, ανέφεραν ότι η σχέση αυτή είναι μεγάλη ή πολύ μεγάλη.
Η «εικόνα» αυτή κατέδειξε ότι η σύνδεση ανάμεσα στις σπουδές, στα προσόντα και στην πραγματική εργασία παραμένει αδύναμη για ένα πολύ σημαντικό τμήμα των εργαζομένων, παρότι το γεγονός ότι εξακολουθεί να λειτουργεί θετικά για ένα σχεδόν ισοδύναμο ποσοστό.
2.
Η σχέση των σπουδών και της εργασίας συνδέεται σε υψηλό βαθμό με την ανταπόκριση των εργαζομένων στα καθήκοντά τους. Όσο μεγαλύτερη είναι η σύνδεση των σπουδών ή των προσόντων των εργαζομένων με την εργασία τους, τόσο μεγαλύτερη ανταπόκριση έχουν στα καθήκοντά τους.
Μεταξύ των εργαζομένων που δήλωσαν ότι ανταποκρίνονται σε πολύ μεγάλο βαθμό στα καθήκοντά τους, ήτοι οι περισσότεροι από τους μισούς,ήτοι το 55,4%, ανέφεραν ότι οι σπουδές ή τα προσόντα τους είναι πολύ ή πάρα πολύ σχετικά με την εργασία τους.
Αντίθετα, μεταξύ όσων ανέφεραν ένα μικρό βαθμό ανταπόκρισης, ήτοι οι εννέα στους δέκα, ή το 90,1%, απάντησαν ότι οι σπουδές τους σχετίζονται λίγο ή καθόλου με την εργασία τους.
3.
Η αναντιστοιχία μεταξύ των σπουδών και της εργασίας φαίνεται πως είναι εντονότερη στις πιο επισφαλείς μορφές απασχόλησης. Σχεδόν οι τρεις στους τέσσερις εργαζομένους με εκ περιτροπής απασχόληση (ποσοστό 72,9%) είπαν ότι οι σπουδές ή τα προσόντα τους σχετίζονται λίγο ή καθόλου με την εργασία τους. Το ίδιο επισήμανε και το 66,2% των εργαζομένων σε μερική απασχόληση.
Η συγκεκριμένη «εικόνα» κατέδειξε ότι όσο πιο ασταθής ή περιορισμένη είναι η μορφή της απασχόλησης, τόσο ασθενέστερη εμφανίζεται και η αξιοποίηση των σπουδών και των προσόντων στην πραγματική εργασία.
4.
Σχεδόν οι δύο στους τρεις εργαζομένους, ποσοστό της τάξης του 65%, θεώρησαν ότι διαθέτουν το ίδιο επίπεδο δεξιοτήτων με αυτό που απαιτεί η θέση εργασίας τους. Παράλληλα, σχεδόν οι τρεις στους δέκα, ποσοστό της τάξης του 29%, υπογράμμισαν ότι διαθέτουν υψηλότερο επίπεδο δεξιοτήτων από αυτό που απαιτεί η θέση τους, ενώ μόλις το 3,6% εκτίμησαν ότι οι δεξιότητές τους είναι χαμηλότερες από τις απαιτούμενες.Το εύρημα αυτό «έδειξε» ότι η αγορά εργασίας δεν αντιμετωπίζει μόνο ζήτημα ελλείψεων δεξιοτήτων, αλλά έχει και ένα ζήτημα περιορισμένης αξιοποίησης των υφιστάμενων δεξιοτήτων!
5.
Για τους εργαζομένους που δήλωσαν ότι διαθέτουν ένα υψηλότερο επίπεδο δεξιοτήτων από αυτό που απαιτεί η θέση τους φαίνεται πως οι αιτίες συνδέονται κυρίως με περιορισμούς της αγοράς εργασίας.
Σχεδόν οι τέσσερις στους δέκα, ήτοι το 39%, ανέφεραν ότι ενδιαφέρονταν να βρουν άμεσα δουλειά, ακόμη και αν τα προσόντα τους ήταν περισσότερα από αυτά που απαιτούσε η θέση εργασίας.
Περίπου, οι δύο στους δέκα (20,8%) απάντησαν ότι επέλεξαν τη θέση για λόγους εργασιακής «σταθερότητας», ενώ ένα ποσοστό της τάξης του 20,4%, είπε ότι είναι περιορισμένες οι θέσεις στον τομέα εξειδίκευσής του!
6.
Για την ομάδα εργαζομένων που δήλωσε ότι οι δεξιότητες είναι χαμηλότερες από αυτές που απαιτεί η θέση εργασίας φαίνεται πως ο βασικός παράγοντας είναι η περιορισμένη εργασιακή εμπειρία.
Σχεδόν ο ένας στους δύο, ποσοστό 47,9%, απέδωσε εκεί την αναντιστοιχία. Σχεδόν οι δύο στους δέκα, ήτοι το 18,3%, ανέφεραν την έλλειψη των κατάλληλων προγραμμάτων εκπαίδευσης και κατάρτισης, ενώ περίπου ο ένας στους δέκα (10,8%) συνέδεσε το πρόβλημα με τις τεχνολογικές μεταβολές που κάνουν πιο απαιτητική την εργασία.
7.
Όταν οι εργαζόμενοι καλούνται να επιλέξουν ποιες δεξιότητες θα ήθελαν περισσότερο να βελτιώσουν, τότε σχεδόν ο ένας στους δύο, ποσοστό 48,6%, ανέδειξε τις ψηφιακές δεξιότητες ως την πρώτη προτεραιότητα. «Ακολουθούν»:
♦Οι κοινωνικές-συναισθηματικές δεξιότητες, με 27,9%.
♦Οι γνωστικές δεξιότητες, με 24,2%.
♦Οι διοικητικές και οργανωτικές δεξιότητες, με 21,4%.
♦Οι τεχνικές δεξιότητες, με 20,6%.
Από τη συγκεκριμένη εικόνα καταδείχθηκε ότι οι εργαζόμενοι αντιλαμβάνονται την ανάγκη αναβάθμισης δεξιοτήτων όχι μόνο τεχνικά, αλλά και οργανωτικά, γνωστικά και κοινωνικά.
8.
Παρά την έντονη δημόσια συζήτηση για την τεχνολογική αλλαγή, την τεχνητή νοημοσύνη και τις νέες απαιτήσεις της εργασίας, μόνο περίπου ο ένας στους τέσσερις εργαζομένους, ποσοστό 24,1%, θεώρησε πολύ ή αρκετά πιθανό να καταστούν παρωχημένες ορισμένες από τις δεξιότητες που συνδέονται με το επάγγελμά του μέσα στην επόμενη πενταετία.Αντίθετα, σχεδόν ο ένας στους δύο, ήτοι 46,6%, θεώρησε πως είναι λίγο ή καθόλου πιθανή μια τέτοια εξέλιξη .Το εύρημα αυτό της έρευνας του ΙΝΕ ΓΣΕΕ έδειξε ότι η αίσθηση περί της επείγουσας τεχνολογικής απαξίωσης των δεξιοτήτων δεν είναι ακόμη γενικευμένη στους εργαζομένους.
9.
Η τυπική εκπαίδευση και η προηγούμενη εργασιακή εμπειρία φαίνεται πως έχουν «ισχυρή» παρουσία στη καθημερινή εργασία. Περίπου οι τρεις στους τέσσερις εργαζομένους, ποσοστό 75,3%, δήλωσαν ότι αξιοποιούν σε μεγάλο ή σε μέτριο βαθμό τις γνώσεις και τις δεξιότητες που απέκτησαν μέσω της τυπικής εκπαίδευσης.Το 74,7% των εργαζομένων απάντησαν ότι αξιοποιούν αντίστοιχα τις γνώσεις και τις δεξιότητες που απέκτησαν μέσα από μια προηγούμενη εργασιακή εμπειρία.
Αντίθετα, η μη τυπική εκπαίδευση εμφανίζει χαμηλότερο βαθμό αξιοποίησης, καθώς λίγο περισσότεροι από τους μισούς εργαζομένους, ήτοι το 55,1%, απάντησαν ότι αξιοποίησαν σε μεγάλο ή σε μέτριο βαθμό τις γνώσεις από σεμινάρια ή προγράμματα κατάρτισης, ενώ περίπου οι τρεις στους δέκα, 30,5%, αποκρίθηκαν ότι τις αξιοποιούν σε μικρό βαθμό.
Σύμφωνα με το ΙΝΕ ΓΣΕΕ, τα ευρήματα αυτά παραπέμπουν στην ύπαρξη προβλημάτων ποιότητας ως προς το σχεδιασμό και ως προς την υλοποίηση των προγραμμάτων κατάρτισης.
10.
Συνάμα, οι εργαζόμενοι εμφάνισαν και μια υψηλή αίσθηση επαγγελματικής επάρκειας. Οι τρεις στους τέσσερις, ποσοστό 74,6%, δήλωσαν ότι αξιοποίησαν πλήρως ή αρκετά τις δεξιότητες και τις γνώσεις τους στη θέση εργασίας τους.
Το 88,8% των εργαζομένων απάντησαν ότι ανταποκρίνονται σε πολύ μεγάλο ή μεγάλο βαθμό στις απαιτήσεις της θέσης εργασίας τους.
«Η συζήτηση για τις δεξιότητες δε μπορεί να στηρίζεται στην υπόθεση ότι οι εργαζόμενοι είναι γενικά ανεπαρκείς. Χρειάζεται να «στραφεί» περισσότερο στο σχεδιασμό των θέσεων εργασίας, στην ποιότητα της εργασίας και στη δυνατότητα των επιχειρήσεων να αξιοποιούν ουσιαστικά το ανθρώπινο δυναμικό τους», αναφέρεται στα συμπεράσματα της έρευνας του ΙΝΕ ΓΣΕΕ.
11.
Μέσω της ίδιας έρευνας φαίνεται ότι παραμένει περιορισμένη η συμμετοχή των εργαζομένων στη συνεχιζόμενη επαγγελματική κατάρτιση, αφού σχεδόν οι τρεις στους τέσσερις εργαζομένους ( 74,5%) είπαν ότι δεν παρακολούθησαν κανένα πρόγραμμα επαγγελματικής κατάρτισης ή επιμόρφωσης κατά το τελευταίο έτος. Χαρακτηριστικό είναι ότι μόνον ο ένας στους τέσσερις, ποσοστό 25,5%, είπε πως συμμετείχε σε κάποιο πρόγραμμα!
12.
Η πρόσβαση στα προγράμματα κατάρτισης, όμως, φαίνεται από την ίδια έρευνα ότι διαφοροποιείται έντονα ανά εκπαιδευτικό επίπεδο. Έτσι, συνολικά μόνον ο ένας στους τέσσερις εργαζομένους (25,5%) ανέφερε πως έχει παρακολουθήσει ένα πρόγραμμα κατάρτισης ή αντίστοιχο επιμόρφωσης κατά το τελευταίο έτος.
Ωστόσο, η συμμετοχή «φτάνει» στο 41,4% στους κατόχους μεταπτυχιακού τίτλου και στο 35,1% στους κατόχους διδακτορικού.Αντίθετα, περιορίζεται στο 10,5% στους αποφοίτους του γυμνασίου και στο 12,3% στους αποφοίτους του δημοτικού.
Η εικόνα αυτή «έδειξε» ότι η κατάρτιση δε λειτουργεί ως μηχανισμός μείωσης ανισοτήτων, καθώς σε αυτή συμμετέχουν περισσότερο όσοι και όσες διαθέτουν ήδη υψηλότερα εκπαιδευτικά προσόντα.
13.
Ως προς τη συμμετοχή στη κατάρτιση φαίνεται πως αυτή διαφοροποιείται και ανάλογα με τις καθαρές μηνιαίες αποδοχές. Στα χαμηλά εισοδηματικά κλιμάκια «αντικατοπτρίζεται» η συμμετοχή ως χαμηλή, ήτοι: Περίπου ο ένας στους πέντε εργαζομένους με αποδοχές 251–500 ευρώ ( ποσοστό 19,8%).
Ποσοστό 20,4% των εργαζομένων με αποδοχές της τάξης των 501–750 ευρώ δήλωσαν πως έχουν παρακολουθήσει πρόγραμμα κατάρτισης ή επιμόρφωσης.Αντίθετα, η συμμετοχή στα προγράμματα κατάρτισης φαίνεται πως αυξάνεται στα υψηλότερα εισοδηματικά κλιμάκια, αφού «αγγίζει» ποσοστό της τάξης του 35,2% στους εργαζομένους με αποδοχές 1.501–2.000 ευρώ.
Σύμφωνα με το ΙΝΕ ΓΣΕΕ, τα στοιχεία αυτά έδειξαν μια άνιση πρόσβαση στη συνεχή κατάρτιση.
14.
Από όσους παρακολούθησαν κάποιο πρόγραμμα κατάρτισης ή επιμόρφωσης, περίπου οι τέσσερις στους δέκα εργαζομένους (41,5%) δήλωσαν ότι η δαπάνη καλύφθηκε από τον εργοδότη. Ο ένας στους τέσσερις (25,2%) ανέφερε ότι κάλυψε ο ίδιος το κόστος, ενώ περίπου οι τρεις στους δέκα (32%) είπαν ότι το πρόγραμμα ήταν χωρίς κόστος ή ότι το κόστος καλύφθηκε από τρίτο φορέα.
15.
Η στάση των επιχειρήσεων απέναντι στη συνεχιζόμενη κατάρτιση εμφανίζεται κι αυτή «μεικτή», καθώς περισσότεροι από ο ένας στους τρεις εργαζομένους, ποσοστό 36%, δήλωσε ότι η επιχείρηση στην οποία εργάζονται δεν υποστηρίζει ή μάλλον δεν υποστηρίζει τη συνεχιζόμενη επαγγελματική κατάρτισή τους.Την ίδια στιγμή, περισσότεροι από τους μισούς εργαζομένους, ήτοι το 57,1%, θεώρησαν ότι η επιχείρησή τους την υποστηρίζει ή μάλλον την υποστηρίζει.
Από το συγκεκριμένο εύρημα της έρευνας του ΙΝΕ ΓΣΕΕ καταδείχθηκε ότι μπορεί η υποστήριξη της κατάρτισης να υφίσταται σε ένα σημαντικό μέρος των επιχειρήσεων, αλλά αυτή δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε «σταθερή», καθολική και συστηματική επιχειρηματική πρακτική.
16.
Η υποστήριξη της κατάρτισης από τις επιχειρήσεις, όμως,φαίνεται από την έρευνα του ΙΝΕ ΓΣΕΕ ότι αυξάνεται, όσο μεγαλώνει το μέγεθος της επιχείρησης. Το 46,2% των εργαζομένων στις πολύ μικρές επιχειρήσεις, με προσωπικό 1–9 ατόμων, δήλωσαν ότι η επιχείρηση υποστηρίζει ή μάλλον υποστηρίζει τη συνεχή επαγγελματική κατάρτιση.
Το ποσοστό αυτό αυξάνεται στο 59,1% στις μικρές επιχειρήσεις, «μεταβαίνει» στο 63,8% στις μεσαίες και «φτάνει» στο 69,8% στις μεγάλες επιχειρήσεις, με προσωπικό 250 ατόμων και άνω.Η συγκεκριμένη εικόνα «κατέδειξε» ότι η κατάρτιση παραμένει περισσότερο ανεπτυγμένη εκεί, όπου υφίστανται μεγαλύτερες οργανωτικές και οικονομικές δυνατότητες.
©Typologos.com 2026




















