Ο έρωτας στα χρόνια της χολέρας και η λογοτεχνία εν καιρώ πολέμου
Γράφει η
Άνκα Μιζούμσκι
Συγγραφέας -Αρθρογράφος
και Ποιήτρια

Η Ρουμάνα συγγραφέας- αρθρογράφος και ποιήτρια, Άνκα Μιζούμσκι. Φωτογραφία: ©Vasile Muresan Murivale
Πάντα αναρωτιόμουν πώς θα ήταν αν είχα γεννηθεί στον Μεσαίωνα, χωρίς αντιβιοτικά, χωρίς εμβόλια, χωρίς τις δύο καισαρικές τομές που μου έσωσαν τη ζωή, όταν κατέστη αδύνατον να γεννήσω με φυσιολογικό τοκετό.
Ή σε άλλους αιώνες, στην πραγματικότητα σε όλους τους αιώνες μέχρι και τον 20ό. Πιθανότατα θα πέθαινα πολύ νέα, στον πρώτο τοκετό, ή θα τρελαινόμουν από τον πόνο, όταν δε θα μπορούσα να αποφασίσω τίποτα για τη ζωή μου. Σε κάθε περίπτωση, μου είναι δύσκολο να φανταστώ ότι θα είχα φτάσει στη ηλικία που είμαι σήμερα, αν ζουσα σε οποιονδήποτε άλλο αιώνα εκτός από αυτόν στον οποίο γεννήθηκα, και είναι ακόμη πιο παράδοξο ότι τώρα αντιλαμβάνομαι την ύπαρξή μου υπό το πρίσμα της ευαλωτότητας, του εφήμερου, της εύθραυστης φύσης της.
Υπάρχουν μέρες που νιώθω ότι ένα μεγάλο μέρος από το εφήμερο ολόκληρου του ανθρώπινου είδους επάνω σε αυτόν τον πλανήτη συγκεντρώνεται μέσα μου και, παρ’ όλα αυτά, ασκώ ένα επάγγελμα — αυτό του συγγραφέα — που είναι εμμονικό με τη μεταθανάτια φήμη, με κείμενα που παραδιδονται στις επόμενες γενιές εν είδη μαρτυρίας.
Για κείμενα που έμειναν
Πιστεύω ότι τα κείμενα που έμειναν και πέρασαν από πολλές γενιές – για παράδειγμα, οι αγαπημένοι μου φίλοι – ο Όμηρος, ο Δάντης, ο Ομάρ Καγιάμ, ο Πλίνιος ο Πρεσβύτερος, για να μην περιοριστώ μόνο στη λογοτεχνία με τη στενή έννοια – κέρδισαν ένα είδος κοσμικού «λαχείου» και δεν αποτελούν ένα στατιστικά σημαντικό ποσοστό σε σύγκριση με εκείνους που χάθηκαν. Δεν πιστεύω ότι οι δημιουργοί αυτοί συνειδητοποίησαν ποτέ ότι θα συνεχίζουν να διαβάζονται και από τις επερχόμενες γενιές. Ούτε καν γνωρίζουμε πώς έμοιαζαν τα αρχικά χειρόγραφα, επάνω σε τι γράφτηκαν ή πόσες μεταμορφώσεις υπέστησαν εξαιτίας αντιγραφέων, μεταφραστών ή άλλων καλοπροαίρετων. Είμαι πεπεισμένη ότι πολλά από αυτά απέχουν πολύ από το αρχικό τους «κουκούλι» και κανένα δε με κάνει να σκέφτομαι άμεσα τον άνθρωπο πίσω από το έργο. Δε ξέρω πώς έζησαν, τι επιθυμούσαν, πόσο καλή ή κακή ήταν η ζωή τους.
Για τη Βίβλο
Νομίζω ότι το καλύτερο παράδειγμα αφήγησης είναι η Βίβλος. Κανένας από τους δημιουργούς των Γραφών δεν ήταν εν ζωή την εποχή του Ιησού· μάλιστα είχαν περάσει τρεις-τέσσερις γενιές. Υπήρχαν, επίσης, δεκάδες, εκατοντάδες ή χιλιάδες εκδοχές των ευαγγελίων και η Πρώτη Σύνοδος της Νίκαιας πραγματοποιήθηκε ακριβώς για να επιβάλει κάποια τάξη σε εκείνη την περιπλανώμενη «λέσχη». Παρ’ όλα αυτά, με τη βούληση εκείνου του κοσμικού ζαριού που ανέφερα λίγο πιο επάνω, οι εν λόγω σελίδες διέσχισαν αιώνες και μετέδωσαν μια διδασκαλία που μετατράπηκε σε θρησκεία, σε κοινωνικό θεσμό, φτάνοντας να εδραιώσουν τη δομή ορισμένων κρατών.
Η δύναμη
της ακολουθίας των γραμμάτων
Πώς; Πώς έχει δύναμη αυτή η ακολουθία γραμμάτων, όπου αλφαβητικά το α έρχεται πριν από το β, που έρχεται πριν από το γ; Πώς έχουν δύναμη το χέρι που γράφει και το μυαλό που επιθυμεί να γράψει να το κάνουν αυτό; Η αίσθηση που έχω είναι ότι τα κείμενα επιβιώνουν μόνο αν ικανοποιούν μια καθολική ανάγκη, που μπορεί να είναι ιστορικά προσδιορισμένη ή διαρκής, εγγενής στην ανθρωπότητα. Όπως είναι η αγάπη.
Στην ουσία, κάθε μορφή τέχνης είναι αγάπη, ακόμη κι όταν — άλλο ένα παράδοξο — οι δημιουργοί της είναι άτομα εμποτισμένα με το δικό τους εγωκεντρισμό, απομονωμένα και φλερτάρουν ακόμη και με διαταραχές. Η τέχνη σχετίζεται με την υπέρβαση και χωρίς υπέρβαση δεν μπορούμε να υπάρξουμε· πεθαίνουμε όπως όλοι όσοι υποβάλλονται σε στέρηση αισθήσεων για πολύ καιρό.
Ποια είναι
η πηγή της υπέρβασης;
Και για να επιστρέψω στον εαυτό μου που γεννήθηκε στον Μεσαίωνα, με ελάχιστες πιθανότητες επιβίωσης, αναρωτιέμαι: Στη σύντομη εκείνη ζωή μου, ποια θα ήταν η πηγή της υπέρβασης; Πού θα κατευθυνόταν η αγάπη μου και η ανάγκη μου για ομορφιά; Σε ένα παιδί; Δε θα μπορούσα, αφού θα είχα πεθάνει στον τοκετό. Ο Θεός των τεράστιων καθεδρικών ναών με τις κρύες πέτρες, τον οποίο εκπροσωπούσαν ιερείς που έκαιγαν ανθρώπους στην πυρά; Αμφιβάλλω. Θα ένιωθα ακόμη την ανάγκη να γράψω; Δε νομίζω ότι θα ήξερα πώς. Και τότε;
Πιθανότατα θα έβρισκα ένα αίσθημα γαλήνης δίπλα σε ένα ξυλόφουρνο ή μια αφοπλιστική ομορφιά, περπατώντας στο δάσος και, φυσικά, την ανάγκη για άγγιγμα και χάδι. Τότε, όπως και τώρα, είναι το ίδιο.
Η τέχνη θα επιβιώσει
όσο υπάρχει
η ανθρωπότητα
Αυτό με κάνει να πιστεύω ότι η τέχνη θα επιβιώσει όσο υπάρχει η ανθρωπότητα, ακόμη και απέναντι στην τεχνητή νοημοσύνη. Πρέπει να νιώσεις συναίσθημα για να δημιουργήσεις συναίσθημα. Μια μηχανή μπορεί να μιμηθεί, αλλά δε μπορεί να εξομολογηθεί τον πόνο, την αγάπη, την αίσθηση της απώλειας ή την επιθυμία να γράψει. Ίσως αυτό που θα μας κρατήσει ζωντανούς είναι η δύναμη να εξομολογούμαστε ο ένας στον άλλον, να δεόμαστε μέσω του μοιρασμένου συναισθήματος, φτάνοντας έτσι σε εκείνον το γενεσιουργό πυρήνα του είδους, σε επίπεδο βάθους, όπου η μίμηση δεν έχει δύναμη, διαλύεται σε κάτι άλλο… αυτό το άλλο που δεν μπορούμε να ορίσουμε και το ονομάζουμε υπερβατικό. Η ανάγκη να υπερβαίνουμε την πραγματικότητα και η επιθυμία να προσφέρουμε είναι, κατά τη γνώμη μου, αυτό που μας κάνει ανθρώπινους. Και τα όνειρα.
Για το μέλλον
των βιβλίων
Αν και μου είναι όλο και πιο δύσκολο να ανοίγω την τηλεόραση και έχω την αίσθηση ότι όλα τα βιβλία — αλλά κυρίως τα έντυπα — θα μετατραπούν πολύ σύντομα σε μπουκάλια με μηνύματα πεταμένα στον ωκεανό, θέλω να συνεχίσω, να προσπαθώ να χαράξω έστω την επιφάνεια της κατανόησης του σύμπαντος και, κυρίως, να δημιουργήσω όσο το δυνατόν περισσότερους ανθρώπινους δεσμούς.
Και έχω έναν ακόμη λόγο που ίσως φαίνεται παράξενος: την ευθύνη. Νιώθω υποχρεωμένη απέναντι στην Άνκα— ή όπως αλλιώς λεγόταν — που γεννήθηκε στον Μεσαίωνα, εκείνο το κορίτσι που δεν θα ήξερε να γράφει, που δε θα αποφάσιζε τίποτα, που θα πέθαινε πολύ νέα, να χτίσω κάτι. Είμαι σχεδόν πεπεισμένη ότι σε απόσταση μιας γενιάς από τώρα τα βιβλία θα διαβάζονται μόνον από ειδικούς, αλλά αυτό δε με ανησυχεί. Θέλω να δώσω στην Άνκα του Μεσαίωνα αυτό που δεν είχε ποτέ: Την ευκαιρία να χαρεί τον πλούτο που έχει — την ελευθερία, τα ταξίδια, το γράψιμο, την οικογένεια, τους φίλους. Το καθένα ξεχωριστά και όλα μαζί. Δε μπορώ να σπαταλήσω κάτι τόσο πολύτιμο. Και αν το 2026 κάθε άνθρωπος σε αυτόν τον πλανήτη σκεφτόταν πόσο πολύτιμο είναι αυτό που ήδη έχει, δε θα φοβόμουν να ανοίξω την τηλεόραση. Καμία μέρα αυτού του αιώνα.
Σημείωση
«Ο καθένας θα έπρεπε να διαβάζει λίγη ποίηση, να ακούει λίγη μουσική και να κοιτάζει μια όμορφη εικόνα κάθε μέρα της ζωής του, ώστε οι κοσμικές έγνοιες να μην καταπνίξουν την αίσθηση του ωραίου που ο Θεός φύτεψε στην ανθρώπινη ψυχή.»
“Ein jeder lese ein wenig Poesie und höre ein wenig Musik und sehe ein hübsches Bild an jedem Tage seines Lebens, damit die weltlichen Sorgen nicht die schönen Anlagen des Menschen überwuchern.”
Γιόχαν Βόλφγκανγκ φον Γκαίτε
Σχετικά
με τη συγγραφέα
Η Ρουμάνα συγγραφέας- αρθρογράφος και ποιήτρια, Άνκα Μιζούμσκι έχει συγγράψει και εκδώσει συνολικά έντεκα βιβλία με ποίηση, δοκίμια και διηγήματα. Έχει εκδώσει και το μυθιστόρημα με τίτλο: «Those Who Buy Stars». Ποιήματά της μεταφράστηκαν στα αγγλικά, ισπανικά, σουηδικά, γαλλικά, ιταλικά, ουγγρικά, αλβανικά, τσέχικα, πορτογαλικά και κινέζικα.
Η μεταφράστρια της Άνκας Μιζούμσκι στην Ελληνική γλώσσα είναι η κ. Ευανθία Παπαευθυμίου, η οποία απεικονίζεται παρακάτω:

Η μεταφράστρια, Ευανθία Παπαευθυμίου
©Typologos.com 2026




















