Ιστορία Τρίτη – Ο άνθρωπος

ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΤΗΣ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ

 Ιστορία Τρίτη – Ο άνθρωπος

Του Νίκου Μόσχοβου

Waiking Away

 

Πέρασε την ίδια ώρα, όπως έκανε κάθε ημέρα. Μπήκε στο μαγαζί. Πάντοτε έπαιρνε κάτι για το παιδί, όπως έλεγε ο ίδιος, μαζί με μία εφημερίδα. Έκανε πάντα το ίδιο δρομολόγιο. Ερχόταν με τα πόδια από την Τριανδρία στο κατάστημα της Άνω Τούμπας. Οι  γείτονες τον έβλεπαν πάντοτε πως έβγαινε από το μαγαζί, φωνάζοντας: «Ε! Ε! Ε!».

Πολλοί κάτοικοι της περιοχής είχαν παρατηρήσει πως ο ηλικιωμένος άνδρας βάδιζε με ένα ιδιότυπο τρόπο, ενώ  έσερνε  αρχικά τα πόδια και μετέπειτα σιγά- σιγά οι κινήσεις του θύμιζαν κάτι από  τον βηματισμό μιας στρατιωτικής  παρέλασης. Κανένας δεν ήξερε το  τι δουλειά έκανε. Άλλοτε,  τον έβλεπαν με μουστάκι στο πρόσωπο  κι άλλοτε εμφανιζόταν ξυρισμένος.

 «Ε! παλικάρι. Να είσαι καλά!». Έτσι,  με αποχαιρετούσε πάντοτε εκείνος,  όταν έφευγε. Ύστερα απομακρυνόταν, φωνάζοντας: «Ε! Ε! Ε!».   Ο άνδρας ξανάρχιζε την καθιερωμένη βόλτα του. Τριγυρνούσε όλη την ημέρα στους δρόμους της  Τριανδρίας και της Τούμπας. Μα,  πάντοτε  στάθμευε στο κατάστημα.

Κάθε φορά – όταν τον έβλεπα- αισθανόμουν λυπημένος και συνάμα χαρούμενος. Αναρωτιόμουν συχνά. «Άραγε,  τι μυστικά να κρύβει στη ψυχή του αυτός ο άνδρας;». Φαινόταν καθαρά πως αντιμετώπιζε πολλά προβλήματα.  Πολλές φορές σκεφτόμουν πως στο βλέμμα αυτού  του άνδρα  καθρεπτιζόταν συνάμα  η αγάπη, το μίσος, η χαρά, η αθωότητα και η ανεξικακία.

Ναι, ήταν παράλογος, αλλά δε φαινόταν να είναι  επικίνδυνος. Το αντίθετο, θα έλεγα, μάλιστα, φαινόταν καλοσυνάτος.  Κατά έναν περίεργο  τρόπο   οι σωματικές και εκφραστικές κινήσεις   του,  «απεκάλυπταν» σ’ όλους και τις αντιφατικές όψεις της ζωής.

 Βρισκόταν σε ένα άλλο κόσμο.Εκεί που κυβερνά ο μικρός Ιανός. Οι αντιδράσεις του άνδρα μου θύμιζαν συχνά την μορφή του διπρόσωπου θεού των Αρχαίων Ρωμαίων, ο οποίος παρουσιάζεται ξαφνικά και τη μια στιγμή είναι καλός, ενώ την επόμενη εμφανίζεται κακός.  Ο μικρός Ιανός, ξέρετε, έτσι τον ονόμαζαν οι Ρωμαίοι, άλλαζε  πάντοτε  προσωπείο σαν χαμαιλέοντας.

«Ε! Παλικάρι! Να είσαι καλά!». Με αυτά τα λόγια με αποχαιρετούσε καθημερινά την ίδια ώρα. Ένιωθα ότι με ετούτες τις φράσεις  μου αποκάλυπτε ο ηλικιωμένος πλέρια   την ψυχή του.

Πολλοί άνθρωποι τον χλεύαζαν,  όταν τον έβλεπαν  να περιφέρεται στους δρόμους. Άλλοι τον περιφρονούσαν και κάποιοι νεαροί  όταν περνούσε,  φώναζαν περιφρονητικά : «Τώρα μαρσάρει το μηχανάκι» για το βάδισμά του. Εκείνος περήφανος βάδιζε ανάμεσά τους. Δεν έδινε σημασία στα λόγια τους.

Θυμάμαι πως ήταν Παρασκευή, όταν τον είδα να παραπατά μέσα στο μαγαζί. Μου ζήτησε βοήθεια. «Πέφτω παλικάρι! Σήκωσε με,  σε παρακαλώ».  Τον ανασήκωσα. Σε λίγη ώρα εκείνος συνήλθε. Πήρε ξανά την εφημερίδα. Ούτε ξέχασε να αγοράσει  τα πράγματα για το παιδί. Αγόρασε,  πάλι, μία σοκολάτα κι ένα γλειφιτζούρι. Τα έβαλε στην τσέπη του σακακιού. Βγήκε έξω από το μαγαζί και χάθηκε ξανά, φωνάζοντας: «Ε! Ε! Ε! Ε!».

Θυμάμαι πως εκείνη την ημέρα  ότι η κραυγή του  έμοιαζε με τη κραυγή  ενός  πληγωμένου ζώου, που φώναζε σαν βνα   του   είχαν μπήξει μαχαίρι στην καρδιά.  Εκείνη την Παρασκευή δε με αποχαιρέτησε με τη γνώριμη φράση:  « Ε! Παλικάρι! Να είσαι καλά». Πέρασε το Σαββατοκύριακο. Τον περίμενα, αλλά εκείνος δε φάνηκε. Την Δευτέρα έμαθα τυχαία από την  παρέα των χαιρέκακων νεαρών πως « το μηχανάκι πέθανε».

Στο άκουσμα του μαντάτου, κεραυνοβολήθηκα. Στον ελεύθερο χρόνο  μου,   άρχισα από περιέργεια να ρωτώ γείτονες, γνωστούς και περαστικούς για να μάθω το όνομα του ηλικιωμένου πελάτη.

 Από όλους πήρα την ίδια απάντηση : Κανένας δεν ήξερε να μου πει  τ’ όνομά του. Το μόνο, που ήξεραν γι’ αυτόν  ήταν ότι   ξεκινούσε πάντοτε την βόλτα του από την Τριανδρία. Πήγα στην Τριανδρία, αλλά κανένας δεν  γνώριζε τον ηλικιωμένο άνδρα ως κάτοικο της περιοχής.  Ήταν σαν να μην υπήρξε ποτέ κι όμως όλοι τον είχαν δει στην γειτονιά τους.

Συνέχισα να ψάχνω για να βρω ποιος ήταν ο άγνωστος διαβάτης, που τριγύριζε στους δρόμους της Ανατολικής Θεσσαλονίκης. Κάποτε απογοητεύτηκα και σταμάτησα  τις έρευνες .

 Κι όμως, τώρα δα μου φαίνεται πως  εκείνος ο άνδρας δεν ήταν ο Κανένας.  Νομίζω, πως ήταν ένας  χαμένος άγγελος ,που εμφανίστηκε  στη Γη. Πόνο ψυχής κατέθεσε.

 Άρνηση έλαβε από τους ανθρώπους.  Σα μια φωτογραφία, που ξεχάστηκε στα σοκάκια της Θεσσαλονίκης, ήταν για τους πολλούς. Έμεινε μόνο η κραυγή του, να  τη θυμάμαι κάθε βράδυ: «Ε! Ε! Ε! Παλικάρι να’ σαι καλά».  

©Typologos.com 2014    

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

five + 14 =

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.