Η Θεσσαλονίκη με τα μάτια των ποιητών, του Δρ. Ανδρέα Λίτου, Ιατρού- Ποιητή

Λ Ο Γ Ο Σ   Γ Ι Α   Τ Η Ν   Π Ο Ι Η Σ Η   

 

Η  Θεσσαλονίκη  με τα μάτια των  ποιητών, του Δρ. Ανδρέα  Λίτου, Ιατρού- Ποιητή

 

Ομιλία στην εκδήλωση: «Πως είδαν τη Θεσσαλονίκη διάφοροι  ποιητές και πεζογράφοι-  Τρίτη 14 Μαΐου   του 2013 στην αίθουσα του θεάτρου του Βαφοπούλειου  Πνευματικού Κέντρου του δήμου Θεσσαλονίκης.

Ο ιατρός- ποιητής. Δρ. Ανδρέας Λίτος κατά τη διάρκεια της εκδήλωσης. Φωτογραφία: Απόστολος Σελίδης

Ο ιατρός- ποιητής. Δρ. Ανδρέας Λίτος κατά τη διάρκεια της εκδήλωσης. Φωτογραφία: Απόστολος Σελίδης

Η Σαλονίκη που έσβηνε

με του καιρού το διάβα

καντήλι που τρεμόφωτο για λάδι λαχταρά,

από βραδύς κοιμήθηκε δυστυχισμένη σκλάβα

και την αυγούλα ξύπνησε αρχόντισσα κυρά.

 

Έτσι περιέγραψε ο ποιητής Ιωάννης Πολέμης την απελευθέρωση της Θεσσαλονίκης το 1912, ύστερα από 482 χρόνια σκλαβιάς. Μακρόσυρτοι κύλησαν οι αιώνες της υπεραιωνόβιας πόλης μας. «Τα είδωλα,ο Χριστός, ο Αλλάχ, και πάλι για πάντα  ες αεί ο Χριστός .»

  

Από τα αρχαία χρόνια μίλησαν για την  Θεσσαλονίκη οι ποιητές. Διάφορα επιγράμματα διασωθέντα μάς την ιστορούν έτσι:   «Τείχεσιν αρρήκτοις Ορμίσδας εξετέλεσεν την δε πόλιν, χείρας έχων καθαράς»,δηλαδή «με τείχη αδιαπέραστα τούτη την πόλη ο Ορμίσδας  έζωσε έχοντας χέρια καθαρά».

 

Άλλη αναφορά στον Άγιο Δημήτριο: «Πανόλβιε του Χριστού μάρτυς, φιλόπολις, φροντίδα τίθη και πολιτών και ξένων», δηλαδή: «Μάρτυρα ευτυχισμένε του Χριστού, την πόλη που αγαπάς προστάτευε και τους πολίτες και τους ξένους».

 

Καθώς επίσης: « Επί χρόνων Λέοντος ηβώντα βλέπεις καυθέντα τον πριν ναόν του Δημητρίου» δηλαδή: «Στου Λέοντα τα χρόνια βλέπεις ολοκαίνουργιο του Δημητρίου το ναό που κάηκε παλιότερα».

 

Και έρχεται ο διαχρονικός ποιητικός λόγος ύστερα από πολλούς αιώνες  με την πένα του χαρισματικού Νίκου Γαβριήλ Πεντζίκη να ιστορήσει τους ίδιους τόπους στο ποίημά του «Τοπογραφία»:

 

«Ψηλότερα από τα σπίτια που κρύβει η ομίχλη |στο άνω της πλατείας με τους πολλούς ναούς | (που σώζονται περίβλεπτοι ή κάηκαν |και περισώθηκαν μόνο ως ονόματα) |στα μισά σχεδόν του λόφου όπ’ ανεβαίνει η πόλη, | περίπου εις το ύψος του Κέντρου των εργατών |σιμά εις τον μέγα του Πολιούχου Ναό…..στη θέση του παλαιού αθλητικού σταδίου | ….όπου πιθανόν ο Ναός και ο τάφος του Νέστορος, πάνω στο κυλισμένο μάρμαρο, η αγάπη μου κάθεται».

 

Η ποιήτρια Ζωή Καρέλλη στο ποίημά της «Θεσσαλονίκη 904 μ.Χ.», περιγράφει την άλωση της Πόλης από τους Σαρακηνούς πειρατές και τις αντιδράσεις των κατοίκων:

 

«Μαζευτείτε χριστιανοί, όλοι μαζί σε βοήν ικεσίας| σε παράκληση απελπισίας  |χωρέστε όλοι μαζί στης εκκλησίας την προσφυγή, στου Αγίου την προσευχή…|να αφανιστούν οι εχθροί. Πιστεύουμε, πιστεύουμε…».

  

Ο  Ιωάννης Καμενιάτης, επίσκοπος εκείνη την εποχή της Θεσσαλονίκης, έγραψε ότι οι κάτοικοί της: «θρηνώδεις χορούς συνιστάμενοι  επεβόων  τω μάρτυρι, προστάτην  αυτοίς γενέσθαι».   Το 1430 η Θεσσαλονίκη κατελήφθη από τους Τούρκους.

Ο ποιητής Ανδρέας Λίτος,  στο ποίημά του «Θεσσαλονίκη  1430 μ.Χ.» εξιστορεί τους κυματισμούς της ζωής της πόλης  μέσα στην Ιστορία.

 

«Στις Αχειροποίητες  εκκλησιές και στις μετά τρούλου |λεύτερος ο ψαλμός του Ρωμανού |αντηχεί στα σάρκινα κοχυλάκια |των οσίων, των αμαρτωλών |και των πάντα μεταμορφούμενων \στη Θεσσαλονίκη την εύμορφη δέσποινα |ως τα τώρα της ζωής μας.

 

|Ωραίος ο θρίαμβος στ΄άπαρτα κάστρα  |μα πόσο θαταξιδέψει στον τετράχωρο ; |Θεοδόσιε  μεγάλε, επικατάρατε σφαγέα. |Ευλογημένε καβαλάρη, εσύ ιερέ Δημήτριε, |στα νεφελώδη ουράνια συντρόφεψες τον λαό | τους άρχοντες τους ησυχαστές και τον κριτή και σεβαστό Αρμενόπουλο, |της  Θεοσώστου πόλεως.

 

|Στην καστρόπορτα |της Αννας της Παλαιολογίνας, |απ΄το αγχέμαχο σπαθί του επιδρομέα |λαβώθηκε τ΄αρχοντόπουλο Αλέξιος ο Χαμαετός, |ενώ «κύματιθαλάσσης» εάλω |η μητέρα πάσης Μακεδονίας. |Όμορφο ψηφιδωτό όνειρο όλη η Ζωή σου».

 

Για την απελευθέρωση της Θεσσαλονίκης το 1912 εκτός από τον Ιωάννη Πολέμη, κι ο ποιητής Ηλίας Κατσόγιαννης έγραψε: «Κι ήρθε στερνά το θάμα μια για πάντα| του Βότση, φως χρυσάρμονο και θάρρος| που το’ καναν ελπίδα τους οι σκλάβοι και γίνηκε για τους δυνάστες χάρος.| κι ήρθε στερνά το θάμα μια για πάντα| την τόσο που λαχτάρησες μπαλάντα της λευτεριάς, στην ψάλλαν οι τσολιάδες».

 

Το Μάη του 1936 στη Θεσσαλονίκη, σε απεργία των καπνεργατών, μια μάνα καταμεσίς του δρόμου, μοιρολογάει το σκοτωμένο παιδί της.

 

Κι ο ποιητής Γιάννης Ρίτσος γράφει στον «Επιτάφιο»: «Γιε μου, σπλάχνο των σπλάχνων μου, καρδούλα της καρδιάς μου|, πουλάκι της φτωχιάς αυλής, ανθέ της ερημιάς μου| πώς κλείσαν τα ματάκια σου και δε θωρείς που κλαίω| και δεν σαλεύεις, δε γρικάς τα που πικρά σου λέω».

 

Το ίδιο γεγονός ο ποιητής Γιάννης Τζαννής το είδε έτσι:

 

« Θεσσαλονίκη, ετούτη την Πρωτομαγιά, εννέα σφαίρες τρύπησαν τα σπλάχνα σου| εννιά νεκροί στον Επιτάφιο στοιβαγμένοι| μια ξηλωμένη πόρτα, νεκροκρέββατο της άνοιξης| από την Εγνατία ανηφορίζει για τον Γολγοθά».

  

 Θεσσαλονίκη  Μάης 1942

 

Βροντάνε οι μπότες των Γερμανών την σκλαβιά..

Η Εγνατία με τους λιπόσαρκους φτωχούς διαβάτες

Φιλοξενεί την απελπισία, τον φόβο και την οδύνη.

Στους παραδιπλανούς δρόμους διάσπαρτα πτώματα τυμπανιαία από την πείνα και την αβιταμίνωση. Το κάρο του Δήμου περιφέρεται

Αργό, φρικτό, αδιάφορο… Την νύχτα αντηχούν

Τα βαριά βήματα της περιπόλου του τρόμου…

 

Έτσι περιγράφει ο Α.Λίτος την τραυματική εμπειρία της σκλαβιάς.

  

 

Το 1943 στην κατεχόμενη από τους Γερμανούς Θεσσαλονίκη, έγινε η εξολόθρευση των Εβραίων συμπολιτών μας. Ο Τάκης Βαρβιτσιώτης δίνει μια στιγμιαία, αλλά ουσιαστική εικόνα της αναχώρησης στο άγνωστο: « Στα κλειστά τραίνα| μεταφέρουν φαντάσματα. |Έξοδος αποκαλυπτική. |Είστε αδέρφια μας| φωνάζουν από τα τραίνα.»

 

 O Γ. Ιωάννου στο ποίημά του «Το Μάθημα» δίνει μια ξεχωριστή εικόνα:  «Τον είδα καθώς πήγαινα στο σχολείο,|ξεματωμένος πια, φλουρί, |είχε τελειώσει. | Τριγύρω του γονατιστοί Εβραίοι με το άστρο|… Άλλοι πιο κει χλωμοί έφτυναν αίμα|… Στο μεταξύ εμείς μαθαίναμε το ρήμα της ημέρας  amo,amasamat

 

Η Ζωή Καρέλλη βλέπει τις μακριές σειρές των Εβραίων της πόλης να πηγαίνουν σε μια γραμμή, με το κίτρινο άστρο στο πέτο, προς το σιδηροδρομικό σταθμό και περιγράφει:

 

« Περνά η σειρά από τους δρόμους| της πόλης Θεσσαλονίκης τώρα| κι έχει μέσα πρόσωπα, πρόσωπα| παιδιά μικρά που κρατούν μικρούς σάκους | στα χέρια, στα πόδια φορούν μικρά |ψηλά υποδήματα | για τους άγνωστους μακρινούς δρόμους |της φοβερής άγνωστης δυστυχίας.»

 

Tην ίδια εποχή η Αντίσταση είναι ο μοναδικός τρόπος απάντησης στην κατοχική θηριωδία. Ο ποιητής   Ντάλιας περιγράφοντας  την συζήτηση του αντάρτη με την μάνα του πριν ανεβεί στο βουνό γράφει:

 

«Άσε με μάνα τα βουνά να πάρω να μισέψω| Να στήσω στον αιμόχαρο κατακτητή καρτέρι| Στον Ιταλό, στο Γερμανό και τα αδικήματά τους| Να τα πληρώσω ακριβά ως την στερνή πνοή μου».

 

Την απελευθερωμένη Θεσσαλονίκη η ποιήτρια Χρυσάνθη Ζητσαία την βλέπει σαν Βυζαντινή Αρχόντισσα που περήφανα στυλώνει το κεφάλι.

 

«Τα τείχη τα δαντελωτά κορώνα σου|Την Εγνατία οδό φορείς για ζώνη σου/…Με πόρπη σκαλιστή πανάρχαια του Γαλερίου την Πύλη…,Του Μεγαλέξανδρου πλανιέται το όραμα| του Παύλου η φωτεινή πορεία| ο Πύργος ο Λευκός σου υψώνεται με τον βαρύ της ιστορίας μανδύα. Θεσσαλονίκη!  Προμαχώνα, Ελλάδα μας.|Αρχόντισσα Βυζαντινή Κυρά μας| Λυκνίζεις στοργικά τα πεπρωμένα μας και τα όνειρά μας».

 

Ο Βασίλης Δεδούσης, στο ποίημά του «ο καλλιγράφος Ιλαρίων», γράφει:

 

«Απαρνητής των εγκοσμίων| και της ουράνιας φιλοσοφίας  μύστης | ο καλλιγράφος Ιλαρίων, εζούσε στου Βουλκάνου τη μονή. Αγρυπνώντας μια νύχτα ο Ιλαρίων | εν προσευχή και μετανοία| τον έβδομο έγραψε κανόνα σε ήχο βαρύ του Δημητρίου του Μυροβλήτου |και λυτρωμένος και γαλήνιος στον όρθρο προσεύχεται και ψάλλει.

 

Στο ποίημά του «Ανευρεθέν Σημείωμα» ο Μπάμπης Νίντας φιλοσοφεί περπατώντας στους δρόμους της Θεσσαλονίκης για την ζωή του και καταλήγει: «Οι πρώτες σου οι στιγμές κι οι τελευταίες |ανήκουν αποκλειστικά σε σένα, όπως κι αν κάνεις| Μονάχος εγεννήθηκες, μονάχος θα πεθάνεις».

 

Ο ΓΘ Βαφόπουλος στο ποίημά του «Θεσσαλονίκη-Θεσσαλονίκη» προτρέπει: «……προσπάθησε αγάπη με στοργή να περικλείσεις |το εξαίσιον όραμα, το μέγα όραμα αυτής της πόλης| που αγάπησες τόσο πολύ, που ελάτρεψες με πάθος |…..Το απλόχωρο λιμάνι της με τα πυκνά καράβια| που αψήφιστα της Μεσογείου τα ρεύματα διασχίζουν, |κι η προκυμαία που απ’  των ναυτών το θόρυβο βουίζει| στη σκέψη σου ας μετεωρισθούν σα φευγαλέα εικόνα».

 

 Για την παραλία της πόλης ο ποιητής Ν Τέντας γράφει «Πυρή πνοή πασίχαρου  πόθου| στους επτά λόφους και καλλοριπίζει| την μια πολύκολπη, ευλίμανη παραλία.| Η Θεσσαλονίκη, φεγγαροκυρά καθρεφτίζεται| ολόφλογη σε γαλαξιών γλαυκά μάτια| και ο Θερμαϊκός πόντος γαληνοφόρος| απ’ την καρδιά της φωτιάς φανούς ανάβει» .

 

 Ο Γ Βαφόπουλος  στο ποίημά του «Δύση στο Θερμαϊκό», θαυμάζει: «Α, πόσο είναι μεθυστικό το λίκνισμα  |των καραβιών που απλώνουνε στη  θάλασσα| το ρίγος των μακρών σκιών,που πάλλονται |σαν κόμη εξαίσια, οι αύρες  που ανεμίζουν».

 

Ο Γιάννης Αρκέτος στο «Νύμφη Θες\νίκη»: Βυθίσου μες τη θάλασσα \και των ματιών τη ζήλια \διώξε από τους πύργους \που τυφλὠνουν τον ήλιο\στη δύση ω, νύμφη\σε αγαπώ χιλιάδες χρόνια \και περιμένω το δάσος της νύχτας να διασχίσεις \και να δεχτείς \ότι είμαι και εγώ \ ένας εραστής σου.

 

 Περνούν τα χρόνια κι οι εποχές κι η Θεσσαλονίκη μεγαλώνει κι ομορφαίνει και ζει. «Με του Βαρδάρη την πνοή, του Θερμαϊκού την αύρα σιγά-σιγά απλώθηκε η φήμη σου στον κόσμο», λέει ο Γ. Σφακιανάκης.

 

Ο  ναυτικός και ποιητής  Ν  Καβαδίας μονολογεί: «Της Σαλονίκης  μοναχά της πρέπει το καράβι |Να μην τολμήσεις να τη δεις ποτέ από την στεριά.| Κι αν κάποια στην Καλαμαριά πουκάμισο μου ράβει,|μπορεί να΄ρθω απ΄τα πέλαγα  με τη φυρονεριά.»

 

Ο Ν Βασιλάκης περπατώντας στην πόλη σκέφτεται: «Μ’ αρέσει να βαδίζω στην Τσιμισκή| και τις κούκλες στις βιτρίνες να προσέχω| Μόνο αυτές με περιμένουν κάθε βράδυ |στην ίδια πάντα θέση|. Κι όταν αρχίσει η βροχή, |βλέπω και τα δικά τους μάτια να βουρκώνουν».

 

Ο δε Γ Τζαννής ασχολείται με τις ζωντανές κούκλες της πόλεις στο ποίημά του «Στη συνοικία του Φαλλού», όπου λέει: «Θεσσαλονίκη πάντα ήσουν πόλη ερωτική| Θέρμη η ξέφρενη λατρεία του Διονύσου.. Του λιμανιού τα κόκκινα φανάρια, το Βαρδάρι, τα Λαδάδικα| Τα καλντερίμια σου τα σκοτεινά να χάνονται αγκαλιασμένα τα φαντάσματα……».

 

 Η δε ποιήτρια Μαρία Καραγιάννη: «Εδώ σε θυμάμαι όταν αποσύρονται βαθιά οι ζωές  στο Σέιχ Σου| και οι ξαφνικές χαράδρες της νύχτας  χαμηλά καταπίνουν την πόλη…».

 

Ο ποιητής Ντίνος Χριστιανόπουλος τον έρωτά του ψάχνει «Απ’ το Βαρδάρι ως το Συντριβάνι |κι από τον Πύργο ως την Πλατεία Δικαστηρίων| Σε ψάχνω σ’ όλα τα αγοραία πεζοδρόμια |έφαγα όλα τα γιαπιά για να σε βρω».

 

Ο γενετιστής ιατρός και βουλευτής Τάσος Κουράκης στο ποίημά του «Αιώνια Μορφή» γράφει: «Δεν είναι τα βήματα του Γαλερίου |που στην Καμάρα γίνεται γιορτή. Οι καμπύλες της Ροτόντας και τα στενά της Άνω Πόλης μου δίδαξαν| γεωμετρία στο κορμί σου…|Αιώνες τώρα ο Βαρδάρης σμιλεύει τη σκιά σου|».

 

 Η Θέτη Χορτιάτη με την ευκαιρία του εορτασμού των 2300 χρόνων από την ίδρυση της Θεσσαλονίκης έγραψε το ποίημα «Θεσσαλονίκη 2300 χρόνια»:

 

«Θεσσαλονίκη αναγερτή σε μαξιλάρια λόφους| σου γνέφει αγνάντια ο Όλυμπος με όλους τους θεούς του|. Κορμί σου κι ο Θερμαϊκός, είν΄η ψαρίσια ουρά σου |που κολυμπά γοργόνα μου, με τα πνιγμένα αστέρια| Τα κάστρα χτένια στα μαλλιά, δίχαλο η Καμάρα| και μυρογιάλι άθραυστο κρατάς τον Λευκό Πύργο| Ρίχνει στον κόρφο σου πυρό ρόδο στο γέρμα ο ήλιος| κι ο Αϊ- Δημήτρης σ’ άλογο πετάει και παραστέκει.| Στέκεις σε βίγλα τρίστρατη εικοσιτρείς αιώνες».

 

Ο  Μάριος Μαρίνος Χαραλάμπους, ποιητής και ερευνητής της Ιστορίας και της αρχιτεκτονικής σάρκας της Θεσσαλονίκης, μας άφησε το ποίημά του «Δύο Πρόσωπα»:

 

«Θεσσαλονίκη, πολύ ξαγρύπνησα για σένα| υπήρξα το ανήσυχο νεανικό σου πρόσωπο| γι αυτό επιθυμώ την μορφή σου |μαζί με την δική μου |ανάγλυφα εντοιχισμένες |σε τοίχους παλαιοχριστιανικών Βασιλικών…».

 

Η Τσιότσκα Κ. βλέποντας την άναρχη δόμηση  και την ρύπανση της σύγχρονης Θεσσαλονίκης έγραψε το ποίημα «Προδομένη Θεσσαλονίκη»:

 

«Λιώνει και φλέγεται απ’ το καυσέριο, η πόλη του Αη-Δημήτρη| Η ανάσα της θολή και βρωμισμένη| απ΄το Βαρδάρη ως την παραλία| έναν αέρα περιμένει μ’ αγωνία να την λυτρώσει, τον Βαρδάρι.| Κλαίει και θρηνεί η πόλη προδομένη| απ ΄τους εργολάβους όλους που την σκάψαν κι ανέμελα χωρίς ντροπή και σεβασμό στην ιστορία.

 

Πώς να σε φτιάξω, αγαπημένη πολιτεία, στον αιώνα της καταστροφής που ζούμε| Φύσα, βαρδάρη μας, να τα μαζέψεις, |βρέξε ουρανέ μας να τα πλύνεις| και λαμπερή σαν πριν να την αφήσεις».

 

Το ατελείωτο ταξίδι της Θεσσαλονίκης συνεχίζεται και η ζωή της καλλύνεται και πορεύεται στο μέλλον προσφέροντας στους κατοίκους της  εξαίσια δώρα .

 

Τέλος ο ποιητής  Ανδρέας Λίτος μας δίνει τις δικές του ευαισθησίες στο ποίημά του «Στον κόλπο της Θεσσαλονίκης»:

 

«Μειλίχιο το φως του δειλινού πέφτει| στον κόλπο της Θεσσαλονίκης| και δίνει νόημα στα αειφόρα κύματα| που γεννήθηκαν μαζί με τις αναμνήσεις μου\. Η ψιθυριστή τους γλώσσα μετεωρίζεται| μαζί με τους παλιούς αγγέλους φευγάτους| από το τέμπλο βυζαντινής εκκλησιάς|.

 

Κι όπως η πρώτη εσπέρα με μουσκεύει| με δάκρυα και αλλοτινούς στεναγμούς,| χερουβικά σύγνεφα προς την δύση| ταξιδεύουν πλήθος ταπεινών και οσίων, τον λαό του Θεού.|

 

Ευλογημένες ώρες της γλώσσας του φωτός| πρόσκαιρα, άυλα αποτυπώματα| γι’ αυτόν που ξεύρει την ανάγνωση της ησυχίας |και της υπαινισσόμενης μελωδίας της κρυφής αγάπης.\ Στον ουρανό της Θεσσαλονίκης κολυμπάει η αιωνιότητα, |στην αυγή της τρίτης χιλιετίας της Χάριτος.| Ενώ φτεροκοπούν οι καημοί στα κινητά τηλέφωνα |της άλογης μοναξιάς και η λαχτάρα της αφής της κοινωνίας των ψυχών.

 

Δρ Ανδρέας  Γ. Λίτος. Ιατρός- Ποιητής.

                                      

 Β Ι Β Λ Ι Ο Γ Ρ Α Φ Ι Α

 Συνέδριο-Η ποίηση της Θεσσαλονίκης στον  20ον Αιώνα αφιερωμένο στον Γ Θ Βαφόπουλο. Επιμέλεια Π Σφυρίδης. Δήμος Θεσσαλονίκης

 

©Typologos.com 2013. Ευχαριστούμε θερμά τον ιατρό και ποιητή, Δρ. Ανδρέα Λίτο για την ευγενική παραχώρηση της ομιλίας του προς δημοσίευση στον www.typologos.com. Τα πνευματικά δικαιώματα της φωτογραφίας κατέχει ο κ. Απόστολος Σελίδης.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

15 + τέσσερα =

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.